Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οικτίρω
- απόδοση: αισθάνομαι οίκτο για κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οικτίρει την ειμαρμένη του > την μοίρα του > την τύχη του
τον οικτίρει για το πώς κατέληξε στη ζωή & για το κατάντημά του





