Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ομιλώ
- απόδοση: μιλώ / αρθρώνω λέξεις προκειμένου να εκφρασθώ δια του προφορικού λόγου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δε μιλιέται
√ σχόλιο: βρίσκεται σε κακή ψυχική κατάσταση
ησυχία παρακαλώ μην ομιλείτε
ο προϊστάμενος είναι μιλημένος & θα τακτοποιήσει το θέμα
√ σχόλιο: ενήμερος ότι πρέπει να εξυπηρετηθείς
ποιος τολμάει να μιλήσει μπροστά του !
√ σχόλιο: προκειμένου για άτομο αυταρχικής συμπεριφοράς
το πράμα μιλάει από μόνο του
√ σχόλιο: είναι ολοφάνερο
μιλάει...
λ εκ του ασφαλούς
λ η πείρα
λ με νοήματα
λ το κρασί
μίλησε...
λ αδιάφορα
λ απότομα
λ για το άτομό του με κολακευτικά λόγια
λ έξω από τα δόντια
λ με γλυκύτητα
λ με έμφαση επιδειξιμανίας > ηττοπάθειας
λ με συμπάθεια
λ περιφρονητικά γι΄ αυτόν
λ στον Παρνασσό για τον Ελύτη
ομιλεί...
λ απταίστως την Ελληνική
λ ιδιαίτερα ρωτακίζοντας κατά τρόπο εντελώς αστείο
λ κορακίστικα
λ με γενικεύσεις μέχρι πλατειασμού
λ με ρυθμό πολυβόλου
λ την Ελληνική σκέπτεται όμως στην μητρική του γλώσσα την Ρωσική
ομίλησε...
λ από ραδιοφώνου > τηλεοράσεως
λ από το βήμα της τελούσης εν υπνώσει Ακαδημίας Αθηνών
λ για την πεμπτουσία της θεωρίας του
λ ευθαρσώς
λ με αυστηρότητα
λ με στόμφο
λ με ύφος Ιεροεξεταστή
λ με χαρισματικό ρέοντα λόγο
λ σε τόνο αισιόδοξο > απαισιόδοξο





