Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ονειρεύομαι
- απόδοση: φαντάζομαι πράγματα κατά τον ύπνο / πλάθω με τη φαντασία μου κάτι το ιδιαίτερα επιθυμητό / απομακρύνομαι από την πραγματικότητα καταλήγοντας να φαντάζομαι απραγματοποίητα πράγματα που όμως επιθυμώ
- συγγενές: ονειροπολώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από μικρός ονειρεύεται να γίνει αισθητικός
ονειρεύεται ορθίως ή καθήμενος στην πολυθρόνα του
ονειρεύεται το κρεβατάκι του





