Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οξύνω
- απόδοση: κάνω κάτι αιχμηρό / μεταβάλλω κάτι σε περισσότερο αποτελεσματικό / δημιουργώ ένταση με δυσάρεστα επακόλουθα
- αντίθετο: αμβλύνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιδιώκει να οξύνει το ήδη βεβαρυμένο κλίμα προς ίδιον όφελος
ο προβληματισμός οξύνει τη σκέψη του ανθρώπου





