Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ορέγομαι
- απόδοση: επιθυμώ πολύ / ποθώ / λαχταρώ / λιγουρεύομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ίδιον της συμπεριφοράς του να ορέγεται κάθε εμφανιζόμενη γυναικεία παρουσία στο οικείο περιβάλλον
ορέγεται διακαώς τα στήθη της γραμματέως του
ορέγεται μεγαλεία
√ σχόλιο: ποθεί λαμπρές καταστάσεις





