Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ορίζω
- απόδοση: δίνω ή διατυπώνω χαρακτηρισμό / ρυθμίζω / καθορίζω / κατέχω / ασκώ εξουσία / διατάζω / εκδηλώνω θέληση / βάζω ως όριο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο Θεός ορίζει τον κόσμο
τα όρια του κτήματος όρισε στον εμπλεκόμενο μηχανικό ο ιδιοκτήτης αυτού ο φέρων & την ευθύνη
τον όρισε μοναδικό κληρονόμο του





