Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οφείλω
- απόδοση: είμαι υπόχρεος οικονομικά ηθικά ή νομικά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι πράξεις του κατά κύριο λόγο οφείλονται σε σύγχυση της στιγμής
όφειλε να γνωρίζει τα προβλεπόμενα διότι η άγνοια νόμου τιμωρείται
οφείλει τυφλή υπακοή
όφειλες να με είχες ειδοποιήσει εγκαίρως
οφείλουμε ευγνωμοσύνη για την προσφορά του στην σύγχρονη Ελλάδα
σου λ μία εξήγηση
το τροχαίο οφείλεται σε υπερβολική ταχύτητα
του οφείλει πολλά έκπαλαι
οφείλει...
λ να δώσει ιδιαίτερη προσοχή & βαρύτητα
λ να εξαφανισθεί από προσώπου γης
λ να επιδείξει ατσάλινη θέληση
λ να λάβει όλα τα δυνατά μέτρα καταστολής των ταραχοποιών
λ να ομιλήσει την γλώσσα της αληθείας
λ να παραστεί στην δεξίωση
λ να περικόψει τις δαπάνες όσο δυσάρεστο & αν ακούγεται αυτό
λ πολλά στη σύζυγό του
λ την πνευματική του ωρίμανση σε αυτόν
λ την συμφωνηθείσα αμοιβή του δικηγόρου του
λ υπακοή στους ανωτέρους του





