Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ρέπω
- απόδοση: εκδηλώνω τάση προς κάτι το κακό / είμαι επιρρεπής σε κάτι από συνήθεια ή από προδιάθεση προς αυτό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από το νεαρό της ηλικίας ρέπει στα τυχερά παιχνίδια
εξ αιτίας ψυχικού νοσήματος ρέπει εντόνως στην παρενδυσία
ρέπει…
λ στην ακατάσχετη φλυαρία Θεέ μου
λ στην ακολασία
λ στην αλητεία συσχετιζόμενος με άτομα του περιθωρίου
λ στην ανευθυνότητα μη αντιλαμβανόμενος τις γονικές υποχρεώσεις του
λ στην ανοησία
λ στην απατεωνία εκ συστήματος
λ στην απερισκεψία
λ στην παλιλλογία μέχρι εξαντλήσεως της υπομονής
λ στην χαρτοπαιξία με τάση αυτοκαταστροφής
λ στην χρηματολαγνεία
λ στο επιχειρείν ορμώμενος από φιλοκέρδεια
λ στο κάπνισμα με τάση υπερβολής
λ στο ψεύδος αντιλαμβανόμενο αυτό ως τρόπο ζωής
λ στον αλκοολισμό μέχρι απώλειας της συνειδήσεως
λ στον πλατειασμό μέχρι του σημείου κοπώσεως των συνομιλητών





