Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χαιρετώ
- απόδοση: εκδηλώνω σε κάποιον που συναντώ φιλική διάθεση ή σεβασμό με τυπικές εκφράσεις ή κινήσεις / εκδηλώνω σεβασμό σε εθνικό σύμβολο με επίσημο τρόπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον χαιρέτησε…
λ δια ασπασμού
λ δια θερμής χειραψίας
λ δια νεύματος με διακριτικό τρόπο





