Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χαλκεύω
- απόδοση: επινοώ ψευδέστατες πληροφορίες ή οργανώνω σκευωρίες κατά τρόπο πειστικό / προετοιμάζω κάτι σε στέρεες βάσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως γνωστόν χαλκεύει τους θεσμούς & την παράδοση σύμφωνα με τις ορέξεις του





