Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χειραγωγώ
- απόδοση: οδηγώ άτομο κρατώντας αυτό από το χέρι / παρέχω οδηγίες ή συμβουλές προσφέροντας συμπαράσταση & βοήθεια σε άτομο ή άτομα / ασκώ επίδραση αφαιρώντας κάθε δυνατότητα πρωτοβουλίας & ανεξαρτησία σκέψεως
- συγγενές: χειραγώγηση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον χειραγώγησε υποδεικνύοντας την πρέπουσα συμπεριφορά





