Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χειροδικώ
- απόδοση: λύνω τις διαφορές μου με κάποιον δια του ξυλοδαρμού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
χειροδίκησε εν αδίκω & εστράφησαν εναντίον του οι παρευρισκόμενοι
χειροδίκησε κατά τρόπο ακραίο & ανεπίτρεπτο με τα γνωστά επακόλουθα





