Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χειρίζομαι
- απόδοση: χρησιμοποιώ την γλώσσα ως όργανο έκφρασης / χρησιμοποιώ όργανο ρυθμίζοντας την λειτουργία του με τα χέρια / ενεργώ για να διευθετηθεί κάτι / πραγματεύομαι κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δεν χειρίζεται ορθά τους ανθρώπους από έλλειψη εμπειρίας
χειρίσθηκε την υπόθεση άψογα
χειρίσθηκε την υπόθεση με άκρα προσοχή





