Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χαρίζω
- απόδοση: δίνω κάτι χωρίς αμοιβή ή αντάλλαγμα / προσφέρω δώρο / προκειμένου για δώρο της φύσεως / απαλλάσσω από χρέος ή ποινή / δείχνω μεροληπτική εύνοια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ δεν χαρίστηκε στους Έλληνες στο θέμα της Κύπρου
μου χάρισε το δακτυλίδι που φέρω





