Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χαίρω
- απόδοση: χαίρομαι / απολαμβάνω / ως χαιρετισμός
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο Δημήτρης χαίρει της εκτιμήσεώς μου
πρόκειται για φιλικό πρόσωπο το οποίο χαίρει της εμπιστοσύνης μου
το ζήτημα χαίρει διαλευκάνσεως
του εδόθη το ύστατο χαίρε
χαίρετε !
χαίρομαι πολύ για τη γνωριμία
χαίρω !
χαίρω πολύ
χαίρει…
λ άκρας υγείας παρά το προχωρημένο της ηλικίας του
λ εκτιμήσεως στους διπλωματικούς κύκλους
λ καλής φήμης
λ σεβασμού στον καλλιτεχνικό χώρο
λ συμπαθείας από την πλειονότητα των παρευρισκομένων
λ της εμπιστοσύνης του προϊσταμένου της
λ της πλήρους εμπιστοσύνης του Προκαθήμενου της Εκκλησίας της Ελλάδος
λ του θαυμασμού των οικείων του
χαίρε…
λ βάθος αμέτρητον
λ Καίσαρα
λ Κεχαριτωμένη





