Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φαίνομαι
- απόδοση: διακρίνομαι / γίνομαι ορατός / εμφανίζομαι / παρουσιάζομαι / φανερώνομαι / εκδηλώνομαι / δίνω την εντύπωση / επιδεικνύομαι / προκειμένου για κάτι που συμπεραίνεται που εικάζεται / αισθάνομαι κάτι / σχηματίζω εντύπωση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το συμβάν φαίνεται παράλογο εν τούτοις είναι πέρα έως πέρα αληθινό
φαίνεται…
λ & δια γυμνού οφθαλμού
λ εκ του μακρόθεν
λ νεότερη παρά την ηλικία της
λ φτηνό





