Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φειδωλεύομαι
- απόδοση: διστάζω να ξοδέψω να διαθέσω να δώσω / τσιγκουνεύομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φειδωλεύεται…
λ στο να παρέχει εις εαυτόν & το ελάχιστο
λ στο να προσφέρει αγάπη στον συνάνθρωπό του





