Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φημολογούμαι
- απόδοση: κυκλοφορούν φήμες διαδόσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στα δελτία ειδήσεων φημολογείται η παραίτηση του υπουργού Εσωτερικών
τελευταία φημολογείται ο εντοπισμός σοβαρού πετρελαϊκού κοιτάσματος στο βόρειο Αιγαίο





