Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φοβούμαι
- απόδοση: διακατέχομαι από φόβο μήπως συμβεί σε εμένα ή σε οικείο πρόσωπο κάτι το κακό & ανεπιθύμητο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φοβού…
λ τους ανοήτους > τους βλάκες > τους βλάχους > τους κόλακες
λ τους άξεστους κι απολίτιστους
λ τους Δαναούς
λ τους Λατίνους εραστές





