Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φοροδοτώ
- απόδοση: καταβάλλω τους αναλογούντες & βεβαιωμένους φόρους
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υπήρξε συνειδητοποιημένος πολίτης που φοροδότησε το Ελληνικό Δημόσιο με μέγιστη προθυμία
φοροδοτεί το κράτος με πλήρη συνείδηση & ευχαρίστηση





