Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φροντίζω
- απόδοση: σκέπτομαι ή ενεργώ με βάση το αισθανόμενο ενδιαφέρον μου / επιμελούμαι μεριμνώ / νοιάζομαι & το εκφράζω για άτομο ή κατάσταση / καταβάλω προσπάθεια / επιδιώκω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έσπευσε να φροντίσει για την εξασφάλιση του επιούσιου
υπήρξε υποδειγματική φρόντισε δε τους γονείς έως το βαθύ γήρας
φροντίζει για την υστεροφημία του
φρόντισε να επωφεληθεί της ευκαιρίας & έδρασε αστραπιαία
φρόντισε τα πάντα μέχρι τελευταίας λεπτομερείας
χειρίσθηκε την υπόθεση άψογα & φρόντισε για τα περαιτέρω





