Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φυλλορροώ
- απόδοση: αποβάλλω το φύλλωμα κατά το φθινόπωρο / χάνομαι σιγά σιγά / σβήνω / φθίνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φυλλορροούν οι εναπομείνασες ελπίδες κι ο άνθρωπος 'φεύγει' σιγά σιγά





