Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φυτοζωώ
- απόδοση: που ζει στερημένα / που υφίσταται υποτυπωδώς ή σε κατάσταση μαρασμού & φθίνουσας πορείας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πληροφορούμαι ότι φυτοζωεί ως καταστηματάρχης





