Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπάγω
- απόδοση: πηγαίνω / εντάσσω σε ιεραρχημένο σχήμα υπό την δικαιοδοσία άλλου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ας υπάγει εις τα καφενεία όπου αντλεί γνώση & πληροφόρηση
η Αρχαιολογική Υπηρεσία υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού παλαιόθεν





