Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπαναχωρώ
- απόδοση: επιστρέφω σε παλαιότερες θέσεις ή απόψεις αναιρώντας τα προσφάτως υποσχόμενα / αθετώ μονομερώς συμφωνία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο αρμόδιος υπουργός υπαναχώρησε των θέσεών του αναιρώντας τις ήδη εκφρασμένες δεσμεύσεις του





