Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπερίπταμαι
- απόδοση: που πετά πάνω από ένα χώρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το αστυνομικό ελικόπτερο υπερίπτατο σε χαμηλό ύψος παρακολουθώντας την κίνηση των τροχοφόρων





