Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπερκεράζω
- απόδοση: σε μία αναμέτρηση προχωρώ μπροστά / προχωρώ παραπέρα / υπερφαλαγγίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι αντιδράσεις δύνανται να υπερκερασθούν με σχετική ευκολία > δυσκολία
γίνεται προσπάθεια να υπερκερασθεί η παγιωμένη κρίση της αγοράς





