Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπερτερώ
- απόδοση: υπερέχω / είμαι ανώτερος ποιοτικά ή ποσοτικά
- αντίθετο: υστερώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως κρατική οντότητα οι Βέλγοι από αυτής της απόψεως υπερτερούν





