Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπηρετώ
- απόδοση: προσφέρω τις υπηρεσίες μου ως υπηρέτης / απασχολούμαι σε κρατική υπηρεσία / εκπληρώνω στρατιωτικές υποχρεώσεις / ασχολούμαι με πάθος & αφοσίωση στην υπηρεσία ενός σκοπού / είμαι ταγμένος κάπου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από νέος υπηρετεί στις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων > στην αστυνομία
πρωτίστως υπηρετεί τα συμφέροντα της τάξης του
υπηρετεί την πατρίδα ως δάσκαλος





