Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποβάλλω
- απόδοση: καταθέτω έγγραφο σε αρχή ή υπηρεσία / υποχρεώνω κάποιον να υποστεί δυσάρεστη συνήθως κατάσταση / υπαγορεύω ιδέα σκέψη ή επιθυμία σε άτομο ή ομάδα ατόμων κατά τέτοιον τρόπον ώστε αυτή ασυνειδήτως να υιοθετείται ως ίδια του υποβαλλόμενου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναμένεται να υποβάλει εντός της αύριον πλήρη φάκελο μελέτης του έργου
υπέβαλε…
λ αίτηση
λ μήνυση κατ΄ αγνώστων > κατά παντός υπευθύνου
λ πρόταση δυσπιστίας
λ τα διαπιστευτήριά του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
λ τα σέβη του
λ την παραίτησή του για προσωπικούς λόγους
λ το αίτημα εγκαίρως
λ υπόμνημα





