Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποβιβάζω
- απόδοση: μειώνω ηθικά αξιολογικά ή ιεραρχικά σε κατώτερη βαθμίδα από την ευρισκόμενη άτομο ή κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με τον τρόπο του υποβίβασε το επίπεδο της συνομιλίας
συνομιλώντας υποβιβάζει τη νοημοσύνη του συνομιλητή του σε σημείο που προκαλεί έντονο εκνευρισμό





