Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποθάλπω
- απόδοση: συντηρώ ή τροφοδοτώ κρυφά κάτι το θεωρούμενο ή εκ των πραγμάτων κακό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βέβαιον ό,τι υπέθαλψε την ένταση που κατέληξε σε βίαιο τρόπο εκτόνωσης μεταξύ των εμπλεκομένων
κατηγορείται από τις αρχές ό,τι υπέθαλψε εγκληματία
√ σχόλιο: του παρείχε στέγη & τροφή
υποθάλπει δια της εφαρμοζόμενης πολιτικής την προαιώνια έχθρα των δύο λαών





