Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποβόσκω
- απόδοση: κάτι το αρνητικό που αναπτύσσεται & ενδυναμώνει κρυφά & ύπουλα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η πάθηση υπέβοσκε επί μακρόν υποσκάπτοντας την υγεία του





