Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποτιμώ
- απόδοση: ελαττώνω την τιμή πωλήσεως εμπορεύματος / θεωρώ άτομο ή παράγοντα λιγότερο σημαντικό σε αξία από ό,τι είναι στην πραγματικότητα
- αντίθετο: ανατιμώ / υπερτιμώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υποτίμησε τις αξίες & τις ικανότητες του αντιπάλου σε απίστευτο βαθμό





