Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποχωρώ
- απόδοση: μετακινούμαι προς τα πίσω ή προς τα κάτω / που δέχεται έντονη πίεση / που πιεζόμενος παύει να κυριαρχεί & παραχωρώ την θέση / περιορίζω τις αξιώσεις μου αποδεχόμενος αυτές άλλου προσώπου / προκειμένου για κάτι το ενοχλητικό ή δυσάρεστο του οποίου μειώνεται ή μετριάζεται η ένταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τελικά υποχώρησαν αμοιβαία
υποχώρησε προκειμένου να ανασυνταχθεί & όχι επειδή παραδίδει τα όπλα
επείσθη & υποχώρησε των θέσεών του





