Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποφέρω
- απόδοση: αισθάνομαι δυσάρεστα εξ αιτίας σωματικού πόνου ή δυσφορίας / αντιμετωπίζω ψυχικό πόνο από βάσανα & ταλαιπωρίες που υφίσταμαι / για κάτι το οποίου η έλλειψη ή η κακή λειτουργία δημιουργεί προβληματική κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από πολλών ετών υποφέρει από χρόνιο άσθμα
ο οικισμός υποφέρει από έλλειψη πόσιμου νερού
υπέφερε τα πάνδεινα προκειμένου να θρέψει την οικογένειά της





