Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποπίπτω
- απόδοση: πέφτω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν & παρατηρητικός δεν υπέπεσε στην αντίληψή του
√ σχόλιο: δεν το αντιλήφθην
υπέπεσε σε ατόπημα > σε βαρύτατο σφάλμα > σε ολίσθημα > σε αμάρτημα
√ σχόλιο: έσφαλε / ολίσθησε / αμάρτησε





