Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπολογίζω
- απόδοση: λογαριάζω / συσχετίζω δεδομένα / σχεδιάζω προκειμένου να πραγματοποιήσω κάτι / αναγνωρίζω αξία ατόμου ή καταστάσεως λαμβάνοντας σοβαρά υπ’ όψιν μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υπολογίζει με αρκετές πιθανότητες σφάλματος
υπολογίζει στη βοήθειά του
υπολόγιζα…
λ να αντισταθώ στην επιθυμία να καπνίσω & τελικά υπέκυψα στον πειρασμό
λ στην επικουρική βοήθεια οικείων προσώπων
λ στην εκ μέρους του σύμπραξη





