Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποσκάπτω
- απόδοση: για ενέργειες που συστηματικά & με ύπουλο τρόπο κλονίζουν κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια των επιλογών του υποσκάπτει σε βάθος τις κοινωνικές αξίες
δια των πράξεών του υπέσκαψε την φιλία που τους συνδέει
υποσκάπτει τους θεσμούς δια των μεθοδεύσεών του





