Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπολήπτομαι
- απόδοση: εκτιμώ βαθύτατα / εκφράζω σεβασμό σε κάτι αναγνωρίζοντας τις πνευματικές ή ηθικές αξίες / αναγνωρίζω ικανότητες / σέβομαι / έχω σε υπόληψη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στο φιλικό περιβάλλον τον υπολήπτονται βαθέως
υπολήπτεται των ικανοτήτων του επί θεμάτων στρατιωτικών





