Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποδεικνύω
- απόδοση: επισημαίνω / συμβουλεύω καθοδηγώ κάποιον ή του δείχνω το πώς πρέπει να ενεργήσει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον υπέδειξε ως τον καταλληλότερο για διάδοχό του στην ηγεσία του κόμματος
του υπέδειξε τα λάθη & τις παραλήψεις του
του υπέδειξε…
λ τα λάθη & τις παραλείψεις του
λ το πώς να ενεργήσει στην προκειμένη περίπτωση
λ το πώς πρέπει να πράξει





