Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποκύπτω
- απόδοση: υποχωρώ / παύω να προβάλλω αντίσταση σε ασκούμενη πίεση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υπέκυψε…
λ στα τραύματά του
λ στο μοιραίο τις πρώτες πρωινές ώρες
λ στον πειρασμό & απόλαυσε ένα απαγορευμένο φαγητό γι΄ αυτόν
λ συναισθηματικά στην πολιορκία της ευειδούς κυρίας





