Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ταξειδεύω
- απόδοση: μετακινούμαι από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας σε άλλον παραμένοντας σε αυτόν ορισμένο χρονικό διάστημα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ταξίδευσε…
λ κατ΄ επανάληψη σε χώρες πέραν του Ατλαντικού
λ στις περισσότερες χώρες του κόσμου ως ναυτικός
λ υπό δυσμενέστατες συνθήκες





