Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ταπεινώνω
- απόδοση: μειώνω την αξιοπρέπεια ατόμου / δείχνω ταπείνωση αποβάλλοντας τον εγωισμό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ταπεινώθηκε προκειμένου να λάβει βοήθεια υλική





