Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τείνω
- απόδοση: που παρουσιάζει τάση / προσανατολίζομαι / αποβλέπω / αποσκοπώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιχείρηση χονδρικής πώλησης που τείνει να επεκταθεί & στο λιανικό εμπόριο
έτεινε χείρα βοηθείας
τείνει στην γραφικότητα > στην μεγαλομανία > στον μεγαλοϊδεατισμό
έτεινε φιλικά το χέρι προς το μέρος του





