Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τελώ
- απόδοση: κάνω εκτελώ διαπράττω / βρίσκομαι σε κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ετελέστη μνημόσυνο εις μνήμην του
ο πατέρας Ιγνάτιος τέλεσε το μυστήριο του γάμου
οι εκδηλώσεις τελέσθηκαν υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας
τέλεσε τη Θεία Λειτουργία συλλειτουργώντας με έτερον ιερέα
τέλεσε το έγκλημα με πλήρη συνείδηση προσχεδιάζοντας έως & την τελευταία λεπτομέρεια
τελούνται εγκαίνια





