Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τρέφω
- απόδοση: προσφέρω τροφή σε άνθρωπο ή σε ζώο / παρέχω τα μέσα να επιζήσει κάποιος / παρέχω στοιχεία για την λειτουργία ψυχικού μηχανισμού / διατηρώ εντός μου συναίσθημα σκέψη ή διάθεση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τρέφεται με επιλεγμένη τροφή > με ότι βρει μπροστά του > με ‘σκουπίδια’
τρέφει…
λ αυταπάτες
λ έντονη απέχθεια για τον εν λόγω κύριο
λ την πεποίθηση ότι άπαντες είναι κατώτεροί του
λ την πεποίθηση ότι θα την συζευχθεί
λ φρούδες ελπίδες
√ απόδοση: ανώφελες





