Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τραγικοποιώ
- απόδοση: παρουσιάζω μία κατάσταση ή ένα γεγονός κατά τρόπο ιδιαίτερα τραγικό που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα
- συγγενές: δραματοποιώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να τραγικοποιεί τις καταστάσεις με τρόπο εμφατικό





