Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τυγχάνω
- απόδοση: τυχαίνω / που συμβαίνει να είναι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως σύζυγος τυγχάνει ανεπαρκής
ως φίλος τυγχάνει ανυπέρβλητος
τυγχάνει…
λ απών
λ άριστος ομιλητής με ικανότητα να πείθει τους ακροατές του
λ βαθυστόχαστος
λ εμβριθής
λ θαυμαστής του ωραίου
λ λιγομίλητος
λ λιπόσαρκος
λ παιδί από σπίτι με ιδιαίτερη ανατροφή





