Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τυχαίνω
- απόδοση: που συμβαίνει τυχαία ή συμπτωματικά / που γίνεται χωρίς έλεγχο ή ενδιαφέρον / που βρίσκομαι κάπου κατά τύχη / που παρουσιάζεται απρόβλεπτα / που προκύπτει σε κλήρο / προκειμένου να δηλώσουμε περιφραστικά το στοιχείο εύνοιας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έτυχε…
λ θερμής > ψυχρής υποδοχής
λ της αποδοχής όλων
λ της ευνοίας του
τυχαίνει…
λ αυθάδης > βλάξ > τετραπέρατος > πολυπράγμων
λ κατά καιρούς
λ της προτιμήσεώς μου





